ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

31/05/2010

>Η κόρη του φύλακα της μνήμης

Filed under: ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 21:45

>Όλα ξεκινούν μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1964, όταν μια χιονοθύελλα αναγκάζει το γιατρό Ντέιβιντ Χένρι να αναλάβει τον τοκετό της γυναίκας του που εγκυμονεί τα δίδυμα παιδιά τους. Τότε ο γιατρός καλείται να πάρει μια απόφαση που θα στοιχειώσει τις ζωές των μελών της οικογένειάς του για πάντα.
Με καταπληκτική γραφή και συναρπαστικό ύφος, Η Κόρη του Φύλακα της Μνήμης είναι μια συγκλονιστική ιστορία παράλληλων ζωών και οικογενειακών μυστικών, αλλά, πάνω απ’ όλα, είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά με τον πιο εύγλωττο τρόπο για τη λυτρωτική δύναμη της αγάπης.
«Είχε δάκρυα στα μάτια του όταν τα άνοιξε και σήκωσε το κεφάλι από το γραφείο. Η νοσοκόμα στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας με το πρόσωπό της μαλακωμένο από τη συγκίνηση. Ήταν όμορφη εκείνη τη στιγμή· χαμογελούσε ελαφρά και δε θύμιζε σε τίποτα την ικανή γυναίκα που δούλευε στο πλευρό του τόσο ήσυχα και αποτελεσματικά κάθε μέρα. Τα μάτια τους συναντήθηκαν, και του γιατρού του φάνηκε ξαφνικά πως τη γνώριζε –πως γνώριζαν ο ένας τον άλλο– με ένα βαθύ και ιδιαίτερο τρόπο. Για μια στιγμή τίποτα δεν τους χώριζε. Αυτό το αίσθημα οικειότητας ήταν τόσο μοναδικό που τον ακινητοποίησε, τον καθήλωσε».

Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που κρύβει εξαιρετική δύναμη και ευαισθησία. Μια ιστορία πόνου και λύτρωσης, που δεν αφήνει κανένα αναγνώστη ασυγκίνητο. Η ίδια η ζωή, με τις άπειρες πιθανότητές της, διατρέχει κάθε σελίδα του βιβλίου.

Από την Κim Edwards, Εκδ. Λιβάνη 2007.

Advertisements

29/05/2010

>Να αγαπηθούμε πάει να πει …

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 09:33

>Ήταν που λες μια φορά ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το ‘σκαγε από τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιούν νερό … Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια … Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτιακαι τα ρωτούσε : – Μπορείς να μ’ αγαπάς; Τα πιο πολλά γελούσαν. Άλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του έλεγαν: -Δεν έχω χρόνο – ή δεν ξέρω τι είναι ν’ αγαπάς …

Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε : – Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε. – Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά’ να πει ν’ αγαπηθούμε; – Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια. Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα… – Τώρα αγαπιόμαστε; – Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.
Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί. Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!… – Τι ωραίο να σ’ αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε; – Όχι ακόμα. Γιατί ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει και να ‘χουμε κάτι ο ένας απ’ τον άλλον. Δώσε μου λίγο απ’ το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω από το κίτρινο των ματιών μου. Κι έκαναν έτσι… Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του. – Τώρα αγαπιόμαστε; – Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο.
Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία,να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα. – Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε … ωπ! – Τώρα αγαπιόμαστε; – Τώρα.

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ’ την τεράστια ταχύτητα- που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ’ αστέρια- έγιναν ένα … Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ’ τα σύννεφα … Και πέρασε καιρός. Να ‘τανε χρόνια, να ‘τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ’ το τρέξιμο. Θα ‘θελα να γυρίσω πίσω. – Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κουβαλάει. Δεν είναι κουραστικό. – Για μένα είναι. Έπειτα το ‘χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν’ επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω … Αυτά είπε.

Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ’ ένα μετεωρίτη που κατέβαινεστη γη και χάθηκε … – Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πιανα σταματήσω, κι είν’ αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό … Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχατο σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ’ ορκίζομαι – το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά. – Εεεεεεε… ωωωωωωωωωω… Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω; Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο κι έτσι δεν του απάντησε κανένας. – Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα. Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε… ωωωωωωωωω… Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;

Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ’ αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να ‘βγαινε από μέσα του. – Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι! – Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω. – Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία. Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Άκου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που ‘χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρακι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε… – Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω; – Ξέρω κι εγώ; … Το τρίχωμά σου, τις πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου … – Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει … – Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου. Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω την πρώτη … Μην πονάς πολύ. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία. Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά … Το σκιουράκι μ’ ένα πόδι, κοίταζε τη γη -τόσο μικρούλα – κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του. Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι’ αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτα άλλο. – Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν’ αυτό το κάτι πουτρέχεις γύρω του. Κι όμως είν’ άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ’ αυτό … – Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η ηλιαχτίδα. Καίω τη δεύτερη πατούσα. Κατεβαίνουμε… Κι αρχίσανε να κατεβαίνουνκάνοντας τούμπες στον αέρα, μέσασε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσοςνα φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά … Πλατς! … Και μετά τίποτα …

Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ’ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και του έβαζε οινόπνευμα κι ύστερα φυσούσετις πληγές για να μην τσούζει, και του ‘βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε … – Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια. Όμως, είδε να σκύβει πάνω του ένας κάστορας. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ’ αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα … – Μπορείς να μ’ αγαπάς;
Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη. – Φοβάμαι πως δεν μπορώ. Δεν έχω πια καρδιά για ν’ αγαπήσω … – Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ’ τη δικιά μου. – Όμως ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια. – Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί; Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστεοι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε … Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ’ αγαπάς, θα σου φτιάξω δεκανίκια από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς. Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια. Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά και θα ‘ναι πιο όμορφα, γιατί θ’ ακούω την ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ, θα ‘μαστε εμείς … Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια και να γελάνε, να γελάνε … Ο απόηχος απ’ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων – λένε … Πάντως, ποτέ -μα ποτέ- κανείς πια δεν τους ξανάδε ….

25/05/2010

>Ο πραγματικός πλούτος

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 15:33

>Ένας αναζητητής το βράδυ ήρθε στην άκρη του χωριού και ήθελε να κοιμηθεί κάτω από ένα δέντρο. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένας χωριάτης και φώναξε:
– Την πέτρα! Δώσε μου την πολύτιμη πέτρα!
– Ποια πέτρα; δεν κατάλαβε ο αναζητητής.
– Χθες τη νύχτα είδα όνειρο όπου ήρθε ο Σίβα και μου είπε για να ‘ρθω στην άκρη του χωριού και ο αναζητητής θα μου δώσει μια πέτρα που θα με κάνει πλούσιο για όλη μου τη ζωή.
Ο αναζητητής άνοιξε τη σακούλα του και έβγαλε από μέσα μια πέτρα.
– Ίσως ο Σίβα εννοούσε αυτό το διαμάντι, είπε ο αναζητητής, το βρήκα χθες το βράδυ μέσα στο δάσος. Παρ’ το, είναι δικό σου.
Ο χωριάτης με περιέργεια κοιτούσε μια την πέτρα, μια τον αναζητητή. Κρατούσε στα χέρια του το μεγαλύτερο διαμάντι του κόσμου! Είναι πλούσιος και ευτυχισμένος!
Στο σπίτι ο χωριάτης όλη τη νύχτα προσπαθούσε να κοιμηθεί, αλλά δε μπόρεσε. Το πρωί πήγε και ξύπνησε τον αναζητητή και του είπε:
– Πάρε το διαμάντι και δώσε μου αυτό το πλούτο που έχεις μέσα σου και χάρη στο οποίο με τέτοια ευκολία αποχωρίστηκες απο το διαμάντι.

24/05/2010

>Το βάρος

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 10:00

>Ήταν κάποτε ένας κακός άνθρωπος που τον έλεγαν Μπεν Σάντοκ. Η σκοτεινιασμένη του ψυχή δεν μπορούσε να χαρεί το καλό και το όμορφο. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι πράξεις του κινούνταν σε τόσο σκοτεινές περιοχές, που οτιδήποτε ήταν όμορφο και υγιές δεν μπορούσε να το αντέξει. Μοναδική του χαρά ήταν το να καταστρέφει. Κάποια μέρα περπατούσε σε μια όαση, όταν το κακό βλέμμα του έπεσε πάνω σ’ ένα τρυφερό φοινικόδεντρο, που ήταν ακόμη μικρό σε ηλικία και χαιρόταν που μεγάλωνε. Χαρούμενο κουνούσε τα φύλλα του με τον αέρα και απολάμβανε την ύπαρξή του.
Ο Μπεν Σάντοκ πήρε μια βαριά πέτρα και την έβαλε ακριβώς πάνω στην τρυφερή κορφή του νεαρού δέντρου και μετά συνέχισε το δρόμο του μ’ ένα απαίσιο γέλιο.
Το φοινικόδεντρο στην αρχή έδειξε ότι βρίσκεται κάτω από δυνατή πίεση. Μετά τινάχτηκε κι έσκυψε προς όλες τις πλευρές, προσπαθώντας να ρίξει από πάνω του την πέτρα. Όμως παρ’ όλες του τις προσπάθειες δεν μπόρεσε να τα καταφέρει, η πέτρα ήταν πολύ βαριά.
Ο νεαρός φοίνικας ηρέμησε και αποτραβήχτηκε στον εαυτό του. Για μερικές ημέρες και νύχτες ένιωθε σαν σε όνειρο. Μετά άρχισε να συγκεντρώνει αργά τις δυνάμεις του. Βύθισε βαθιά στη γη τις ρίζες του και ύψωσε την κορφή του προς τον
ουρανό για να μπορέσει να κρατήσει την ισορροπία του. Μ’ αυτό τον τρόπο οι ρίζες του έφτασαν στο βάθος της γης, σε υπόγεια νερά, που το δυνάμωσαν.
Με το φως του ήλιου μεγάλωνε η δύναμή του κι έτσι, έγινε ένα πραγματικά επιβλητικό δέντρο.
Ύστερα από χρόνια, ξαναπέρασε απ’ την όαση ο Μπεν Σάντοκ για να χαρεί το έργο του. Φανταζόταν το ανάπηρο φυτό και γελούσε χαιρέκακα. Άδικα όμως γύριζε μέσα στην όαση, ψάχνοντας για ένα κατεστραμμένο δεντράκι. Και τότε, ο ωραιότερος φοίνικας της όασης, έσκυψε την κορφή του, του έδειξε την πέτρα που ήταν μέσα στην καρδιά του και είπε με ήπια φωνή:
– Σ’ ευχαριστώ Μπεν Σάντοκ, το βάρος που έβαλες επάνω μου με έκανε δυνατό.

Αφρικάνικο παραμύθι

23/05/2010

>Είπαν ….

Filed under: ΓΝΩΜΙΚΑ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ, ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 12:29

>Η αγάπη είναι μια υπέροχη κακοτοπιά.
Όσοι βάλθηκαν να την εξερευνήσουν.
Δεν επέστρεψαν ποτέ.
Καλή τους ώρα!



Από τον Οδυσσέα Ελύτη(1911 – 1996), Νομπελίστα ποιητή.

22/05/2010

>Είπαν …

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΓΝΩΜΙΚΑ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 14:55

>Ζήτησα δύναμη… και ο Θεός μου έδωσε δυσκολίες για να με κάνει δυνατό…
Ζήτησα σοφία… και ο Θεός μου έδωσε προβλήματα για να τα λύσω…
Ζήτησα ευημερία… και ο Θεός μου έδωσε μυαλό και υγεία για να δουλέψω…
Ζήτησα κουράγιο… και ο Θεός μου εμπόδια για να τα ξεπεράσω…
Ζήτησα αγάπη… και ο Θεός μου έδωσε πονεμένους ανθρώπους για να τους βοηθήσω…
Ζήτησα χαρές… και ο Θεός μου έδωσε ευκαιρίες…
ΔΕΝ ΕΛΑΒΑ ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟ ΟΤΙ ΖΗΤΗΣΑ…
ΕΛΑΒΑ ΟΜΩΣ ΟΛΑ ΟΣΑ ΧΡΕΙΑΖΟΜΟΥΝ!!!

20/05/2010

>Είπαν …

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΓΝΩΜΙΚΑ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 13:43

> Άμα γεννιέται ένα παιδί
όλη φαμίλια του εύχεται έξυπνο να γίνει.
Εγώ, που με την εξυπνάδα μου,
ρήμαξα τη ζωή μου,
ελπίζω ο γιος μου
αγράμματος να μείνει και φτωχός στον κόσμο.
Έτσι θα ζήσει γαλήνια και ωραία…

Από τον Μπ. Μπρεχτ (1898 – 1956), Γεργανό ποιητή, δραματουργό και σκηνοθέτη

18/05/2010

>Η Θλίψη και η Οργή

>Σ’ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν…
Σ’ ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά…
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό… μια πανέμορφη λίμνη.
Ήταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…
Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Και οι δύο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε απ’ το νερό…
Αλλά η οργή είναι τυφλή — ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. Έτσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας απ’ το νερό το πρώτο ρούχο που βρήκε…
Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης…
Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.
Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και —χωρίς καμία βιασύνη— ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.
Στην όχθη συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.
Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. Έτσι, φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής.
Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή και θυμωμένη. Αλλά αν στα¬ματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η Θλίψη.

15/05/2010

>Τα μήλα

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 09:17

>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που ήταν πολύ πλούσιος και πολύ καλός. Κάθε πρωί πήγαινε στην αίθουσα των ακροάσεων του παλατιού του και άκουγε με προσοχή και συγκατάβαση τα προβλήματα των υπηκόων του. Οι περισσότεροι από αυτούς τού προσέφεραν και ένα δώρο, ο καθένας με τις δυνατότητές του.
Πίσω από τον θρόνο του βασιλιά στεκόταν όρθιος ο θησαυροφύλακας, στον οποίο παρέδιδε ο βασιλιάς το δώρο που του προσφερόταν, και αυτός το μετέφερε στο θησαυροφυλάκιο.
Κάθε πρωί περνούσε μπροστά από τον βασιλιά και ένας ταπεινός άνθρωπος, ο οποίος όμως δεν ζητούσε τίποτε, μόνο προσέφερε στο βασιλιά ως δώρο ένα μήλο. Ο βασιλιάς αδιάφορος για το ευτελές δώρο το παρέδιδε στον θησαυροφύλακά του και αυτός περιφρονητικά το πετούσε μέσα από ένα φεγγίτη στο υπόγειο.
Ο ταπεινός ανθρωπάκος έκανε αυτή τη δουλειά κάθε μέρα επί πολλά χρόνια, χωρίς να του δώσει κανείς σημασία. Επάνω στο δέκατο χρόνο, ένα παρόμοιο πρωινό ακροάσεων, παρουσιάστηκε έξαφνα μπροστά στο θρόνο του βασιλιά ο πίθηκός του. Είχε ξεφύγει από τα πίσω διαμερίσματα του παλατιού.
Διέκρινε αμέσως το βασιλιά μέσα από το πλήθος των υπηκόων, έτρεξε προς αυτόν και κάθισε στο βραχίονα του θρόνου του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή περνούσε ο ταπεινός μας άνθρωπος και παρέδιδε στον άρχοντα του τόπου το καθιερωμένο μήλο και αμέσως εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος.
Προτού ο βασιλιάς προλάβει να δώσει το ευτελές δώρο στον θησαυροφύλακά του, το αρπάζει ο πίθηκος και το δαγκώνει για να το φάει. Όμως τα δόντια του προσέκρουσαν σε σκληρό αντικείμενο.
Το αντελήφθη ο βασιλιάς, παίρνει το μήλο από το στόμα του πιθήκου και με τα χέρια του το ανοίγει στα δυο.
Και τι να δει! Στο κέντρο υπήρχε ένα θαυμάσιο διαμάντι!
Ρωτάει αμέσως το θησαυροφύλακα, πού έριχνε τα προηγούμενα μήλα. Ο θησαυροφύλακας του είπε στο υπόγειο και τρέχουν και οι δύο προς τα εκεί.
Και τι να δουν! Ένας μεγάλος σωρός από αστραφτερά διαμάντια ανάμεσα σε σαπισμένα μήλα.

«Το παραμύθι λοιπόν λέει πως κάθε ημέρα της ζωής μας έρχεται προς εμάς ταπεινή και χωρίς να μας ζητήσει τίποτε.
Μας προσφέρει σιωπηλά το πολύτιμο δώρο της, που εμείς το θεωρούμε ευτελές και το απορρίπτουμε. Και νομίζουμε πως τα κριτήριά μας είναι άσφαλτα επειδή είναι βασιλικά…»

12/05/2010

>Ποιανού είναι το πρόβλημα;

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 18:19

>

Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε. Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα! Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!:
-Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!
Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε:
«Κύρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε: «Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»

Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε: «Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ.»
Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου: «Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Και το βόδι απάντησε: «Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου!
Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!
Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι ….
Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα.
Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο.
Αλλοίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό.
Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες..
Έτσι ο αγρότης *έσφαξε την κότα* για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!
Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν.
Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο.
Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το γουρούνι*.
Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλύτωσε! Πέθανε!
Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι.
Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το βόδι*
Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν’έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη …

Κάποιες σκέψεις :
Χάσαμε την ανθρωπιά μας και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας
Όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο!
Γιατί όλοι είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ’αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή…
Και ο καθένας μας αποτελεί έναν διαφορετικό κρίκο, της ίδιας όμως αλυσίδας!

Αναμοσίευση http://www.kmas01.pblogs.gr

Older Posts »

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.