ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

29/07/2010

>Τι οδηγίες χρήσης χρειάζονται για τη ζωή;

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ VIDEO — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 12:27

>

28/07/2010

>Η καλύτερη καρδιά

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 12:58

>

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας νεαρός είχε σταθεί στη μέση της πόλης και φώναζε ότι είχε την ομορφότερη καρδιά σʼ όλη την περιοχή. Μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε, κι όλοι θαύμαζαν την καρδιά του, που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιό όμορφη καρδιά που είχαν δεί ποτέ τους.
Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. Ξάφνου ένας γέρος στάθηκε μπροστά στον κόσμο κι είπε, “Ομως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς.”
Ο κόσμος, αλλά και το παλικάρι, κοίταξαν την καρδιά του γέροντα. Χτυπούσε δυνατά, όμως ήταν γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελλωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απʼόπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια.
Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλο – πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη, σκέφτονταν ;
Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.
-«Πλάκα μας κάνεις;», είπε. «Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα».
-«Μάλιστα», είπε ο γέροντας, «η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θʼ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου – κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε».
«Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου, και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα – ξέρεις, το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. Παρʼ όλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γιαυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πεί πραγματική ομορφιά ;»
Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός, με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του, και ξέσκισε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος τότε πήρε αυτή την προσφορά, την έβαλε στην καρδιά του, και μετά πήρε λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και την έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. Ταίριαζε βέβαια, αλλά όχι και απόλυτα, κι έτσι έμειναν κάποιες άγριες άκρες.
Και το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πιά τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη αφού η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.

26/07/2010

>Καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 15:30

>

Μια νεαρή γυναίκα πήγε στη μητέρα της και της μίλησε για τη ζωή της και πως τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα για εκείνη.
Δεν ήξερε πως να βελτιώσει την κατάσταση και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, να τα παρατήσει. Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο καινούριο προέκυπτε.
Η μητέρα της, λοιπόν, την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το κάθε ένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει.
Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο αυγά και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ. Τα άφησε λίγο να βράσουν χωρίς να πει ούτε μία λέξη.
Μετά από λίγη ώρα έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ’ το νερό και τα έβαλε σ’ένα μπολ. Έβγαλε τα αυγά και τα έβαλε σε ένα άλλο μπολ. Μετά τράβηξε τον καφέ απ’ τη φωτιά και τον έβαλε σε ένα φλυτζάνι.  Γυρνώντας στην κόρη της τη ρώτησε:
– Πες μου τι βλέπεις;
– Καρότα, αυγά και καφέ!, απάντησε η κόρη.
Η μητέρα της την τράβηξε πιο κοντά και της ζήτησε ν’ αγγίξει τα καρότα. Το έκανε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά. Μετά η μητέρα ζήτησε απ’ την κόρη της να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού το ξεφλούδισε προσεκτικά, παρατήρησε πως το αυγό ήταν σφιχτό. Στο τέλος η μητέρα ζήτησε απ’ την κόρη της να πιεί μια γουλιά καφέ… Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύριζε το πλούσιο άρωμά του. Μετά ρώτησε:
– Τι σημαίνουν όλα αυτά, μητέρα;
Η μητέρα τής εξήγησε ότι το καθένα από αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχει αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή, το βραστό νερό. Το κάθε ένα, όμως, αντέδρασε διαφορετικά.
Το καρότο αρχικά μπήκε στο νερό δυνατό και σκληρό. Εντούτοις, εφόσον τοποθετήθηκε στο βραστό νερό, μαλάκωσε κι έγινε αδύναμο. Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα προστάτευε το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτηση στο βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε.
Όμως, οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!

21/07/2010

>Τα πράγματα που δεν έκανες …

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 16:02

>

Θυμάσαι τη μέρα που δανείστηκα το καινούργιο σου αυτοκίνητο και το τράκαρα;
Νόμισα πως θα με σκότωνες, μα δεν το έκανες.

Και θυμάσαι τη φορά που επέμενα να πάμε στη θάλασσα κι εσύ έλεγες οτι θα βρέξει, και έβρεξε;
Νόμιζα πως θα μου΄λεγες, «Στο’ χα πει». Μα δεν το έκανες.

Θυμάσαι τη φορά που φλερτάρισα με όλους τους άνδρες για να σε κάνω να ζηλέψεις, και σύ ζήλεψες;
Νόμιζα πως θα με παρατούσες, μα δεν το έκανες.

Θυμάσαι τη φορά που λέρωσα την ταπετσαρία του αυτοκινήτου σου με κρέμα φράουλα;
Νόμιζα πως θα με χτυπούσες, μα δεν το έκανες.

Και θυμάσαι τη φορά που ξέχασα να σου πω πως ο χορός ήταν επίσημος κι ήρθες με το τζήν; Νόμιζα πως θά ‘φευγες αλλά δεν το έκανες.
Ναι, υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που δεν τα έκανες.

Αλλά με δέχτηκες και μ’ αγάπησες και με προστάτεψες.
Υπήρχαν χιλιάδες πράγματα που ήθελα να σου ανταποδώσω όταν θα γύριζες από το Βιετνάμ.
Αλλά δεν γύρισες…»

Από το βιβλίο του Λέο Μπουσκάλια «Να ζεις ν’αγαπάς και να μαθαίνεις»

19/07/2010

>Είπαν …

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΓΝΩΜΙΚΑ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 22:33

>

Όταν, στο τέλος της ζωής τους, οι περισσότεροι άνθρωποι κοιτάζουν προς τα πίσω, ανακαλύπτουν ότι έζησαν όλη τους τη ζωή εν αναμονή. Με έκπληξη θα συνειδητοποιήσουν ότι αυτό που άφησαν να τους διαφύγει χωρίς να το εκτιμήσουν και να το απολαύσουν, δεν ήταν άλλο από τη ζωή τους. Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος, ξεγελασμένος από την ελπίδα, χορεύει προς την αγκαλιά του θανάτου.

Arthur Schopenhauer (1788 – 1833), Γερμανός φιλόσοφος

18/07/2010

>Η τέχνη της χαράς

Filed under: ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 20:26

>

Η τέχνη της χαράς, το μυθιστόρημα της Γκολιάρντα Σαπιέντσα που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο της συγγραφέας, είναι ένα μεγάλο ιταλικό μυθιστόρημα στο οποίο το έπος, η ιστορία και το οικογενειακό χρονικό συνυφαίνονται και διαδέχονται το ένα το άλλο.

Ενώ η Ιταλία γύρω της μεταμορφώνεται, η Σικελή ηρωίδα του βιβλίου, γεννημένη το 1900, είναι το κακοποιημένο παιδί μιας δυστυχισμένης, πάμφτωχης οικογένειας.
Η μοίρα της εννιάχρονης ορφανής που καταλήγει στο μοναστήρι μοιάζει προδιαγεγραμμένη: στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να ελπίζει σε μια θέση καμαριέρας. Όμως η νεαρή Μοντέστα εμφανίζει χαρακτηριστικά που δε συνάδουν με την ευσέβεια και την υποταγή: εξυπνάδα, πονηριά, αποφασιστικότητα, δίψα για τη γνώση και τη φιλήδονη πλευρά της ζωής. Και μ’ αυτά τα εφόδια πασχίζει να γκρεμίσει τα εμπόδια μέχρι την κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας: Εκκλησία, ηθική, παραδόσεις, πολιτικές πεποιθήσεις, κοινωνικές προκαταλήψεις… Η πορεία της ζωής της, από την ορφάνια και τον εγκλεισμό ως τη φυγή και την κοινωνική αναρρίχηση με κάθε κόστος, ξεδιπλώνεται με εξαιρετική αφηγηματική δύναμη και συμπαρασύρει πρόσωπα και καταστάσεις, με φόντο τις δοκιμασίες του εικοστού αιώνα.

Γκολιάρντα Σαπιέντσα (1924-1996), 2009, Εκδ. Πατάκη

16/07/2010

>Είπαν …

Filed under: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 12:24

>

Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη
κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία,
κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει,
στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά,
αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα
κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ’ όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,
κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,
αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις,
αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί,
αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις
όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία
και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία
και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν,
αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά,
αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Γιε μου τότε…
Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου…
Θα ’σαι άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Του Kipling R.J. (1865-1936), Βρετανός Νομπελίστας (1907), «Αν»

15/07/2010

>Ο λιθοξόος

Filed under: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 15:46

>Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και την ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως μεταμορφώθηκε σε έμπορο, απολαμβάνοντας τις πολυτέλειες και την ισχυρή επιρροή, μα και την ζήλια των πιο φτωχών απ’ αυτόν.
Σύντομα, ένας σημαντικός προύχοντας πέρασε από τον δρόμο, που τον μετέφεραν σε σέντια και συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όλοι, όσο πλούσιοι κι αν ήταν, υποκλίνονταν μπροστά του.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο προύχοντας!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν προύχοντας!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε ισχυρό προύχοντα, που όλοι φοβούνταν αλλά και μισούσαν.
Ήρθε το καλοκαίρι και οι πολύ ζεστές μέρες, κι ο προύχοντας ένιωθε άβολα μέσα στην σέντια του. Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και σκέφτηκε «πόσο ισχυρός είναι ο ήλιος! Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»
Αμέσως έγινε ο ήλιος, να λάμπει πάνω από τον κόσμο, να λατρεύεται και να θαυμάζεται από τους ανθρώπους, αλλά και να καταριέται από τους αγρότες -που τους έκαιγε τα σπαρτά- και από τους εργάτες που υπέφεραν κάνοντας την εργασία τους.
Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να λάμψει παντού πάνω στη γη.
«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν σύννεφο!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο, που πλημμύριζε με το νερό του τα σπαρτά και τα χωρία, κι όλοι το καταριόνταν.
Μα σύντομα, κατάλαβε ότι παρασέρνονταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο.
«Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν ο άνεμος!»
Αμέσως έγινε ο άνεμος, να φυσάει μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας τις σκεπές των σπιτιών, κι όλοι να τον καταριόνται.
Σύντομα όμως βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την δύναμη του ανέμου.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο βράχος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν βράχος!»
Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος. Ότι πιο σταθερό πάνω στην γη.
Έτσι όπως στεκότανε απολαμβάνοντας την δύναμή του, άκουσε τον ήχο μεταλλικού εργαλείου πάνω στην επιφάνειά του και ένιωσε ν’ αλλάζει η μορφή του.
«Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;;» απόρησε.
Κοίταξε κάτω χαμηλά, και είδε έναν λιθοξόο…

14/07/2010

>Όταν η Λογική συνάντησε την Τρέλα

Filed under: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 17:02

> Η ΤΡΕΛΑ και η ΛΟΓΙΚΗ είναι πρώτες ξαδέρφες. Κατοικούν στο ίδιο σπίτι, σε διαφορετικά δωμάτια. Στο δωματίο της Τρέλας δεν υπάρχουν παράθυρα, δεν υπάρχουν καθρέπτες, δεν υπάρχουν μνήμες, επικρατεί ακαταστασία, όμως δεν υπάχει μοναξιά. Η Τρέλα σέρνει τα κουρέλια της και τα αχτένιστα μαλλιά της με περίσσια αξιοπρέπεια. Δεν την ενδιαφέρει τι γίνεται έξω στον κόσμο. Μιλάει ώρες ατελείωτες με τους τοίχους θεωρώντας τους φίλους της. Είναι οι φίλοι της – νοιώθει ευτυχισμώνη!!

Στο δωμάτιο της Λογικής υπάρχουν παράθυρα, υπάρχουν καθρέπτες, υπάρχουν μνήμες, επικρατεί τάξη, καμμιά φορά ώμως υπάρχει μοναξιά. Η Λογική, καλοντυμένη και καλοχτενισμένη, δέχεται φίλους, όμως είναι δυστυχισμένη!

Αν και βρίσκονται τόσο κοντά, δεν έχουν καμμιά επαφή μεταξύ τους. Κάποια μέρα όμως ξαφνικά η Λογική αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα της εξαδέλφης της. Η Τρέλα, αν και λίγο ξαφνιασμένη από την απρόσμενη αυτή επίσκεψη, την υποδέχεται με ανοιχτή αγκαλιά. Οι δυο εξαδέλφες αγκαλιάζονται τρυφερά, νοιώθοντας μια περίεργη αγαλλίαση.
Λιγο καιρό αργότερα η Λογική ξαναεπισκέπτεται την Τρέλα και αυτό επαναλαμβάνεται όλο και πιο συχνά, τόσο που διαπιστώνει, ότι ο τρόπος ζωής της εξαδέλφης της, της ταιριάζει περισσότερο. Αποφασίζει να συγκατοικήσει μαζί της.

Δε σπαταλά πια χρόνο σε καθρέπτες, αδιαφορεί για την εμφάνιση της, για τους φίλους της, σβήνει σιγά σιγά τις μνήμες από το μυαλό της, τ’ αφήνει όλα στην τύχη τους και επιτέλους αρχίζει να μη νοιώθει αυτή την απέραντη μοναξιά, αυτή την απόγνωση, αυτόν τον πόνο που σιγοτρώει τα σωθικά της. Λίγο καιρό αργότερα νοιώθει λυτρωμένη, ευτυχισμένη και κυρίως δεν πονάει πια.

Ο ΠΟΝΟΣ!!! Ο καταραμένος πόνος είναι η βασική αιτία της αναπάντεχης συμφιλίωσης.
Οι δυο εξαδέλφες έχουν γίνει πια ένα σώμα, μια ψυχή. Η προσωπικότητα της Λογικής έχει αφομοιωθεί ολοκληρωτικά από την προσωπικότητα της Τρέλας.

Απο το βιβλιο «Η Σκοτεινη Πλευρα του Ηλιου» της Χρυσας Δημουλιδου

12/07/2010

>Στην έρημο

>Δύο φίλοι περπατουσαν στην έρημο. Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο. Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.

Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.
Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ.

Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε : όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες πάνω στην πέτρα. Γιατί;

Ο άλλος φίλος απάντησε : «όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο, όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».

Older Posts »

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.