ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

14/02/2011

>Δεν θέλω τα δώρα σου, ευχαριστώ!

Filed under: ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 20:24

>


– Τι όμορφη μέρα! σκέφτηκε ο ασκητής Φασκωλόμυς καθώς καθόταν στη σκιά μιας φτελιάς. Ο ήλιος λάμπει, τα πουλιά κελαηδούν και μ’ αρέσει να κοιτάζω τα κλαδιά των δέντρων να χορεύουν στο ζεστό αεράκι. 

– Τι άσχημη μέρα! γκρίνιαξε ο αρκούδος Τρομάρας, καθώς ποδοπατούσε τα λουλούδια. Ο ήλιος με πειράζει στα μάτια, τα πουλιά τσιρίζουν και κράζουν, τα δέντρα μπαίνουν μπροστά στο δρόμο μου και ο αέρας αναμαλλιάζει τη γούνα μου!

Ο αρκούδος Τρομάρας εξακολούθησε να περπατάει κλωτσώντας και ποδοπατώντας ό,τι εύρσκε μπροστά του, μέχρι που έφτασε στο μέρος όπου καθόταν ήσυχα ο ασκητής Φασκωλόμυς.
– Τι κάνεις εδώ καθισμένος πάνω στο δρόμο μου; ρώτησε ο Τρομάρας.
Ο Φασκωλόμυς συνέχισε να κάθεται και να χαμογελά ατάραχος. Άκουσε προσεκτικά τον Τρομάρα αλλά δεν είπε τίποτα.
– Φύγε από το δρόμο μου! τον διέταξε ο αρκούδος Τρομάρας σμίγοντας τα φρύδια του. Αλλιώς θα σου δώσω μια στο κεφάλι!
Ο ασκητής Φασκωλόμυς απλά χαμογελούσε.
– Γιατί δε λες τίποτα; Θέλεις να σου στρίψω κανένα κόκαλο; στρίγκλισε ο Τρομάρας, νιώθοντας να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
Ο ασκητής Φασκωλόμυς απλά χαμογελούσε.
– Δεν άκουσες τι είπα; βρυχήθηκε ο Τρομάρας ακόμα πιο δυνατά, κουνώντας απειλητικά την πατούσα του μπροστά στο πρόσωπο του Φασκωλόμυ. Θες να φας μια γερή γροθιά στη μύτη;
Ο ασκητής Φασκωλόμυς απλά χαμογελούσε.
Ο αρκούδος Τρομάρας τα έχασε! Ο Φασκωλόμυς δεν αντιδρούσε καθόλου κι αυτός δεν είχε πια τόσο μεγάλη όρεξη να ποδοπατήσει τη γη και να φωνάξει, όμως ένιωθε ακόμα αρκετά θυμωμένος.
– Έχεις κάτι να πεις; ρώτησε.
Ο Φασκωλόμυς κοίταξε τον Τρομάρα.
– Δεν έχω τα γενέθλιά μου σήμερα, είπε χαμογελώντας του.
Τι; … Γιατί μου λες ότι δεν έχεις τα γενέθλιά σου; ρώτησε ο Τρομάρας. Δε με νοιάζουν τα γενέθλιά σου!
– Τότε γιατί προσπαθείς να μου κάνεις δώρα; απάντησε ευγενικά ο Φασκωλόμυς.
– Τι δώρα; ρώτησε μπερδεμένος ο Τρομάρας.
Προσπάθησες να μου δώσεις ένα χτύπημα στο κεφάλι, ένα στρίψιμο στα κόκαλα και μια γροθιά στη μύτη.
Δε θάλελα αυτά τα δώρα ακόμα κι αν ήταν τα γενέθλιά μου, είπε ήρεμα ο Φασκωλόμυς. Νομίζω ότι θα αναγκαστείς να κρατήσεις όλο το θυμό σου για τον εαυτό σου.
Ο αρκούδος Τρομάρας αγριοκοίταξε το Φασκωλόμυ που καθόταν πάνω στο γρασίδι ανάμεσα στα λουλούδια. Γρύλισε μπροστά στο χαμογελαστό πρόσωπο του ασκητή:
– Δεν είμαι θυμωμένος! φώναξε ποδοπατώντας μια μαργαρίτα.
– Αλήθεια; ρώτησε ο Φασκωλόμυς ανασηκώνοντας τα φρύδια του και δείχνοντας το τσακισμένο λουλούδι κάτω από το πόδι του Τρομάρα.
Ο Τρομάρας σήκωσε το πόδι του και μάζεψε τη διαλυμένη μαργαρίτα.
– Δεν το έκανα εγώ αυτό!…διαμαρτυρήθηκε.  Το έκανα;
Ο Φασκωλόμυς καθόταν απλά και χαμογελούσε αλλά δεν είπε τίποτα.
Ο Τρομάρας κοίταξε τη μαργαρίτα σμίγοντας τα φρύδια του. Ήταν ένας μεγαλόσωμος αρκούδος, αλλά κατά βάθος δεν είχε ποτέ την πρόθεση να πληγώσει κανένα ούτε να καταστρέψει κάτι.
– Συγνώμη, λουλουδάκι, δεν ήθελα να σε διαλύσω. Ήμουν… ήμουν θυμωμένος, παραδέχτηκε. Δε σε είδα. Αλλά θα προσπαθήσω να μην καταστρέψω άλλα λουλούδια σήμερα.
Ο Τρομάρας κράτησε το λόγο του κι όλη την υπόλοιπη μέρα ήταν πολύ προσεκτικός με όλα τα λουλούδια του δάσους, με όλα τα πουλιά και με όλα τα δέντρα!
Ο αρκούδος Τρομάρας ξόδευε τόσο πολύ χρόνο με το να είναι θυμωμένος ώστε είχε ξεχάσει ότι ήταν θυμωμένος.

Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να θυμώνουμε μόνο και μόνο επειδή κάποιος άλλος είναι θυμωμένος. Είναι καλύτερα να μην φορτωνόμαστε το θυμό του άλλου ακόμα κι αν εκείνος προσπαθεί να μας τον μεταδώσει.


Πηγή : http://www.zentails.com.au

08/04/2010

>Το κάλεσμα

Filed under: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ, ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 16:50

>Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό, ένα όμορφο παληκάρι που το λέγανε Κρίτονα. Είχε πολύ όμορφη και ζεστή φωνή, μα πιο ζεστή ήταν η καρδιά του.
Τραγουδούσε πάντα, ότι κι αν έκανε. Δούλευε; Τραγουδούσε! Έκανε περίπατο; Τραγουδούσε! Λένε μάλιστα πως και τις νύχτες τραγουδούσε στον ύπνο του, αντί για παραμιλητό, μα αυτό δε μπορούμε να το πούμε για σίγουρο.
Όπως είναι φυσικό, είχε μεγάλη απήχηση στις κοπελιές, μα ήταν μοναχικός και δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για καμιά. Παρόλο μάλιστα που σ’ όλα του τα τραγούδια υπνούσε τον έρωτα. Στη πραγματικότητα, έδειχνε να μην έχει αγγιχτεί απ’ αυτόν.
Χρυσή καρδιά, πρόσχαρος και πάντα χαμογελαστός μ’ όλους. Γυρνούσε στις ρούγες και τραγουδούσε… τραγουδούσε… Το παραμικρό το ‘φτιανε τραγούδι κι αυτό το ταλέντο το ‘χε από μικρός.
Περνούσε ο καιρός. Όλοι κι όλες τον λάτρευαν κι εκείνος -παρόλα όσα είπαμε- ήταν αποστασιοποιημένος. Αν μάλιστα μπορούσε να διαβάσει κανείς καλά στα μάτια του -εκείνος πίστευε πως κρυβόταν καλά- ή είχε τη δυνατότητα να το παρατηρήσει, στις πιο προσωπικές του στιγμές -τις λίγες που δε τραγουδούσε δηλαδή- ή ακόμα αν πρόσεχε -αντί το τραγούδι- τη ψυχή του, την ώρα που κελαηδούσε γλυκά, θα διέκρινε έστω και με κάποια δυσκολία, πως κάπου μέσα του βαθιά, κάτι τον απασχολούσε και τον βασάνιζε.
Κανείς όμως, καμιά, δε προσέχει τέτοια, τη στιγμή που προσλαμβάνει ένα τόσο γλυκό κι ευχάριστο ερέθισμα. Να πούμε είναι στην ανθρώπινη φύση; Ίσως! Αν όμως -αντίθετα- νιώσουμε …πεινασμένοι, τότε κοιτάμε ανήσυχα κι ερευνητικά γύρω μας, να δούμε, πως και γιατί δε λάβαμε τη …»τροφή» μας! Τότε μάλιστα! Ευαισθητοποιούνται οι …κεραίες μας και δεν είναι διόλου κακό αυτό καθ’ αυτό το γεγονός, όσο που ευαισθητοποιούμαστε, -λίγο ή πολύ- πικρόχολα προκατειλημμένοι κι έτσι μ’ αυτό το «φίλτρο» μπροστά, πάλι δε βλέπουμε καθαρά. Τέλος πάντων!
Ο Κρίτονας ήταν αυτός που ‘ταν και κανένα δε πείραζε κι όχι μόνο, μα τουναντίον, ευχαριστούσε με τη παρουσία και το τραγούδι του, όλο το κόσμο γύρω. Κι αυτό μετράει σ’ αυτή την ιστορία!
Όλα άλλαξαν όταν έφτασε στο τόπο τους η Γιόνη. Μια πανέμορφη κοπέλα γύρω στα δεκαοχτώ. Τότε ο Κρίτων άρχισε ν’ αλλάζει σιγά-σιγά. Στην αρχή το τραγούδι του πήρε πιο χαρούμενη κι ερωτική χροιά, ύστερα πέρασε στη θλίψη και στη μελαγχολία κι αυτό κάποια στιγμή επέφερε την οριστική του σιωπή.
Τι είχε συμβεί; Όπως ήταν αναμενόμενο, ο νεαρός ετρώθη από τα βέλη του έρωτα. Μαγεύτηκε απ’ αυτήν κι άρχισε να τη περιτριγυρίζει και να τη φλερτάρει με το τρόπο που ‘κείνος ήξερε -και που εδώ δεν αφορά να ελέγξουμε αν ήταν ή όχι ο ενδεδειγμένος- μα εκείνη έδειχνε να ‘ναι αλλού γι’ αλλού. Για να ‘μαστε ακριβείς, στην αρχή έδειξε κολακευμένη σαγηνεμένη και μαγεμένη από το τρόπο, το παρουσιαστικό, το χαρακτήρα και το τραγούδι του. Έπαιξε ρόλο επίσης, που ‘κείνος μέχρι στιγμής, δεν είχε δείξει τέτοιο ενδιαφέρον σ’ άλλο κορίτσι, πράμα που τη κολάκεψε πιότερο.
Περίμενε λοιπόν πως και τι, να περάσει από το στενό της και λαχταρούσε να τον ακούει να της τραγουδά, εκείνα τα τραγούδια, που ‘ξερε πως τα ‘φτιαχνε για ‘κείνη. Εκείνος αρχικά, ένιωσε αιφνιδιασμένος απ’ αυτό το -πρωτόγνωρο για ‘κείνον- συναίσθημα που ‘νιωθε. Ήθελε να περνά από το στενό της, κάθε φορά και πιο πολύ. Έβγαζε καλύτερους στίχους κι η φωνή του γινόταν ακόμα πιο γλυκειά. Έτσι περνούσε δειλά κάθε απόγευμα κι έπειτα πύκνωνε τα περ-άσματά του, νομίζωντας πως έβλεπε ενδιαφέρον κι από μέρους της.
Στη Γιόνη άρεσε αυτό, μα πια της κατέδειξε πως ο εν λόγω νεαρός, ήταν πια προβλέψιμος, είχε μια ήδη κερδισμένη θέση στη παρτίδα και το μόνο που ‘χε να κάνει, ήταν να απλώσει το χέρι της και να τον …πιάσει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ξεθωριάσει, λίγο-λίγο, η αρχική της μαγεία. ‘Αλλωστε, ήταν μικρούλα, άμαθη κι αναζητούσε μυστήριο και κάπως πιο … δύσβατους δρόμους. Έτσι, ενώ στην αρχή, έβγαινε πάντα να τον ακούσει, σταμάτησε να ‘χει ενδιαφέρον γι’ αυτήν και προτιμούσε να μένει μέσα, με κλειστά μάλιστα τα παραθυρόφυλλά της.
Ο Κρίτων δε κατάλαβε τι είχε γίνει κι υπέθεσε -κακώς- πως απλά τύχαιναν κακές συγκυρίες και για να τη πετυχαίνει, πύκνωσε τις επισκέψεις του στη γειτονιά της. Όπως είναι αντιληπτό, έδρασε με λάθος τρόπο και φυσικά πέτυχε ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί να αποτραβηχτεί, να τη … ξεκουράσει λιγάκι και να τον αναζητήσει, να τον πεθυμήσει, την έβαλε σε θέση άμυνας: «πως να ξεκολλήσουμε τώρα τούτον τον ενοχλητικό»! Η μαγική φωνή κι οι έξοχοι στίχοι -που σημειωτέον: δε χάλασαν μα ίσα ίσα, βελτιώθηκαν- έγιναν κάτι τι το εκνευριστικό για ‘κείνη, μιας κι είχε αλλάξει τρόπο να τον ακούει.
Λέμε… λέμε… όλοι εμείς οι -και καλά σοφοί τούτου του κόσμου, μα ουσιαστικά, κανείς δε φταίει κι όλοι μας κάνουμε ότι κι όσο μπορούμε σ’ αυτή τη ζωή!
Ο Κρίτων άρχισε να καταλαβαίνει πως κάτι είχε αλλάξει κι η θλίψη του ‘βγαινε στα τραγούδια και στην ίδια του τη ζωή. Αυτό έφερε τη χαριστική βολή στη Γιόνη γιατί -επιτρέψτε μου να πω τούτο- όπως ίσως έχετε όλοι καταλάβει, δεν υπάρχει πιο πληκτικό πράμα για ‘μας, από τη θλίψη των άλλων. Το λέω κι αυτό χωρίς να κατηγορώ κανένα η καμιά μα έτσι είναι. Το παιχνίδι ο νεαρός μας, το ‘χασε όχι μόνο στο θέμα Γιόνης μα και με τους άλλους συντοπίτες του.
Στην αρχή -δε λέω- αντιμετωπίστηκε με συγκατάβαση κι ενδιαφέρον, μα όταν αυτό έπαιρνε να … χρονίζει, τους έγινε πληκτικός και τον απέφευγαν διακριτικά, έως και τραχιά, έπειτα. Κατάντησε να γίνει περίγελος. Ο άνθρωπος της σφαλιάρας και της κοροΐδιας, εκείνος που τα μικρά παιδάκια παίρνουν από πίσω με πειράγματα κι όχι σπάνια του πετάνε πέτρες. Οι γονείς φυσικά τα μαλλώνουν μα … καμαρώνουν κρυφά που ‘χουν τέτοια ζωηρά βλασταράκια κι όχι τίποτε χαχόλικα νιάνιαρα.
Εκεί πάνω ήταν που ο φίλος μας έκοψε εντελώς το τραγούδι. Συνέχισε να ζει μηχανικά. Έκανε ότι και πριν μα χωρίς να ‘ναι πια γελαστός, χωρίς να τραγουδά. Λέγεται πως τραγουδούσε στον ύπνο του, αντί για παραμιλητό, μα αυτό δε μπορούμε να το πούμε με σιγουριά. Όλα θα κυλούσαν έτσι άχρωμα, μέχρι κάποιο άγνωστο τέλος, αλλά η τύχη κι η ζωή είχαν -όπως πάντα- άλλα σχέδια. Ένα γεγονός ήρθε κι άλλαξε τη ροή τούτης της ιστορίας, γεγόνος μεγάλο, τραγικό κι άσχημο!
Η μικρή πανέμορφη Γιόνη, αρρώστησε πάρα πολύ βαριά. Μια ανίατη, θανατηφόρα νόσος έπληξε το σπίτι τους. Οι πάμπολλοι γιατροί -εξαιρετικοί επιστήμονες μα και κομπογιαννίτες- που πέρασαν το κατώφλι, δεν έδωσαν τη παραμικρή ελπίδα. Η μικρή κοπελίτσα έφθινε μέρα τη μέρα. Τα γονικά της έπεσαν σε βαρύ πένθος και μόνο μπροστά της παίζανε θέατρο.
Όλοι σας θα ‘χετε δει, πως η πυρκαγιά περνά από ξερόχορτα, μέρα που φυσά δυνατός αγέρας! Φανταστείτε λοιπόν, πως έτσι μεταδόθηκε τούτο το κακό μαντάτο, σ’ αυτό το μικρό τόπο κι έφτασε στα αυτιά του Κρίτονα. Μελαγχόλησε ακόμα πιότερο και το μυαλό του, που ως τότε είχε αντέξει τόσα και τόσα, πήρε να σαλεύει. Ήθελε να την επισκεφτεί αμέσως μόλις το ‘μαθε, μα φοβόταν την απόρριψή της κι ήταν κάπως ντροπαλός.
Όταν κατάφερε να υπερνικήσει τα πάντα και να την επισκεφτεί, είχε περάσει κάμποσο διάστημα κι η μικρή είχε χάσει σημαντικό μέρος από τη φρεσκάδα και την ομορφάδα της. Οι γονιοί της καλόβλεπαν εξ αρχής το νεαρό, μα όταν είδαν πως η θυγατέρα τους, είχε αλλάξει ρότα, δε τη πίεσαν και σε λίγο πια και σ’ αυτούς είχε γίνει κουραστικός. Τώρα όμως στην απελπισία τους, χάρηκαν που τον είδαν γιατί πρόσεξαν μιά λάμψη στ’ άρρωστα μάτια της μικρής τους. Δεν είχαν κανένα λόγο, άλλωστε να του αρνηθούν μιαν επίσκεψη.
Όταν μπήκε στο δωμάτιό της, περνώντας απ’ όλα τα άλλα πένθιμα, το βρήκε πρόσχαρο, στολισμένο, -ίσως να μην ήταν- προσήλιο κι ευάερο. Δε μύρισε αυτό που μυρίζαν όλοι οι άλλοι επισκέπτες: Τη μυρωδιά του Θάνατου! Δε βρήκε τη Γιόνη ασχημισμένη κι ωχρή, από την αρρώστια, ίσα-ίσα, τη βρήκε το ίδιο όμορφη, όσο τη θυμόταν. Μα ας μη το πάρουμε τοις μετρητοίς αυτό, γιατί ίσως να φταίγαν τα συλλοϊκά του που ‘χαν αρχίσει να σαλεύουνε.
Όπως και να ‘χει, η ουσία είναι πως του ‘ρθε πάλι η όρεξη να της τραγουδήσει. Να υμνήσει ξανά και ξανά και με νέα ζέση, νέα λόγια και μουσικές, αυτό που ‘κείνος -σαλεμένος ή όχι- έβλεπε. ‘Ανοιξε το στόμα του…
Εκείνη είδε το νεαρό που τόσο την είχε μαγέψει στην αρχή. Είδε επίσης -να ‘ν’ αλήθεια ή ψέματα;- με τη διαύγεια, που λένε πως χαρίζει η επίγνωση του θανάτου, πως εκείνος δεν έβλεπε ότι όλοι οι άλλοι πάνω της κι ή ίδια κάθε μέρα στο καθρέφτη της, κι αυτό της άρεσε! Όπως είναι σίγουρα γνωστό σ’ όλους μας, όταν είμαστε κοντά σε πηγή με γάργαρο, γλυκό και καθάριο, πόσιμο νεράκι, η δίψα που μπορεί να μας πιάσει, περνά συχνά κι απαρατήρητη. Μα όταν βρεθούμε σ’ έρημο -κι η ζωή δυστυχώς έχει πολλά τέτοια τοπία- κι ο ήλιος, η ζέστη κι ο κάματος μας έχουν ζώσει, ενώ γύρω μας μήτε ίχνος νερού, έστω και λασπωμένου, τότε κι η παραμικρή, τόση δα σταγονίτσα, αποκτά τεράστια σημασία! Κάπως έτσι λοιπόν συνέβη κι εδώ.
Χάρηκε που τον είδε. Χάρηκε που για ‘κείνον ήταν ακόμα η Γιόνη του, η μούσα του, εκείνη η υγιής, όμορφη Γιόνη. Δάκρυα κυλήσαν απ’ τα μάτια της -εκείνος τα ‘δε σαν απαστράπτοντα διαμάντια- κι άπλωσε το αδύναμο κι άρρωστο -ροδαλό κι όμορφο- χεράκι της, προς το μέρος του, την ώρα ακριβώς, που ‘κείνος άνοιγε το στόμα του να της τραγουδήσει…
Τότε -δε θα ‘ναι υπερβολή να το πω- ακούστηκε στο μικρό, κοριτσίστικο δωμάτιο, το τελευταίο κλικ του οριστικού σαλέματος του νου του. Δε μπόρεσε να τραγουδήσει. Το μόνο που κατάφερε ν’ αρθρώσει κι αυτό με κόπο, αλλά καθάρια, ήταν το όνομα της! Για την ακρίβεια, η πρώτη συλλαβή!
Οι γονιοί της, τον απομάκρυναν καθώς είδαν τ’ άψυχο πια χέρι της, ακόμα δακρυσμένης κόρης τους, να πέφτει στο κρεβάτι, αδειανό. Δυσκολεύτηκαν αρκετά να τον απομακρύνουν, ένα πλάσμα που φώναζε μια συλλαβή τραγουδιστά και μάλιστα επειδή είχε καιρό να τραγουδήσει, είχε επιδράσει κι ο πόνος, έβγαινε βαθιά, γλυκύτερη κι ομορφότερη από πριν.
Όταν βρέθηκε έξω σα χαμένος πια στο κόσμο του, βάλθηκε να περιφέρεται και να τραγουδά, εκείνη τη συλλαβή, θλιμμένα, επικλητικά, ερωτικά: «Γιόν»!
Οι Θεοί που τον είδαν και που του ‘χανε δώσει τ’ όμορφο χάρισμα να τραγουδά, λυπηθήκανε. Μιας κι ήτανε τόσο κολλημένος, στο να καλεί τραγουδώντας τη χαμένη του αγάπη, να μη το κάνει κι ενοχλητικά και να τραγουδά τις νύχτες, σκέφθηκαν, πως τούτη η γη, έχει χώρο, για ένα ακόμα πουλί. Ένα πουλί που να λαλεί: «Γιόν»!
Έτσι ο Κρίτων έγινε, ένας ακόμα γκιώνης…

Αναδημοσίευση http://www.peri-grafis.com

04/04/2010

>Ο ερωτευμένος Άνεμος

Filed under: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ, ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 21:39

>Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.
Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε: «Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;»
«Όχι«, του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.
Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της, «Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του;»
«Όχι», της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. «Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του».
Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο. «Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκόδασος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.
Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ’ όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους.
Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά. Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.
Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.
Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.
«Έλα μαζί μου,» άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.
Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. «Ας αναποδογυρίσει«, σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά» . Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.
«Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου», φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα.
Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του,
γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.
«Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα», έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους, ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντισκηνά τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι.
Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.
Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα
στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι…

Αναδημοσίευση selenaag.blogspot.com, Ινδιάνικο παραμύθι, από το βιβλίο της Florence Holbrook » The Book of Nature Myths», 1904

11/03/2010

>Το ποτάμι και η γριά

>

Μια φορά και ένα καιρό, που λέτε, ήτανε ένα γέρικο ποτάμι -η πηγή του στέρευε, οι δυνάμεις του το αφήνανε, οπότε απελπίστηκε και αφέθηκε στη μοίρα του. Και η μοίρα του αυτή ήτανε πονετική και έτσι πήρε το ποτάμι και το οδήγησε σε ένα τόπο κλειστό, στους πολλούς άγνωστο. Πήγε εκεί το ποτάμι, απλώθηκε, χαλάρωσε, ξεκουράστηκε και στο τέλος, όπως θα ‘κανε κάθε ποτάμι που σέβεται τον εαυτό του, άρχισε να φχαριστιέται την απραξία του πουθενά.

Στην περιοχή ζούσε μια γριά. Μόνη χρόνια τώρα, περνούσε χωρίς παράπονο και ελπίδα τη ζωή της, μέχρις που είδε το ποτάμι και μιαν άγρια χαρά την πλημμύρισε. Πλησίασε, άκουσε το κελάρυσμα του νερού, το πήρε στις χούφτες της, καθρεφτίστηκε μέσα του και ύστερα έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε μέσα του. Και εκείνο την αγκάλιασε, τη χάιδεψε και την έπλυνε από το χώμα και τη σκόνη μιας ολόκληρης ζωής. Και την αγάπησε και όσο την αγάπαγε (και όσο λουζόταν στα νερά του), τόσο ξανάνιωνε η γυναίκα -και ομόρφαινε, τα μαλλιά της ξαναπαίρνανε ένα χρώμα δυνατό και λαμπερό, τα χείλη της βάφονταν σαν αίμα παπαρούνας, κεράσι τα μάγουλα, σταρένιο το δέρμα, κάθε μέρα όλο και πιο όμορφη, εκθαμβωτικά όμορφη.
Και ζούσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, θα μπορούσαμε να πούμε αλλά, έλα που μια μέρα η όμορφη νια που είχε υπάρξει γριά, πήγε στο δάσος. Και εκεί που γυροβόλαγε, έγινε κάτι σαν σεισμός και ο βαλτωμένος ποταμός που ‘χε μείνει μοναχός, κύλησε, κύλησε, κύλησε και βρέθηκε σε μιαν άλλη κοίτη που καθόλου δεν του άρεσε.
Γύρισε η νια, που ‘χε υπάρξει γριά, από το δάσος και δεν βρήκε τον αγαπημένο της ποταμό. Βάλθηκε, το λοιπόν, να ακολουθεί τα χνάρια του. Περνάγανε οι μέρες και η νια, που ‘χε υπάρξει γριά, ακολουθούσε τα χνάρια ενώ ρυτίδες άρχισαν ξανά να αυλακώνουν το δέρμα της, το πρόσωπο, το σώμα όλο. Γέρναγε, κάθε ώρα μακριά του καμπούριαζε όλο και πιο πολύ. Ώσπου, μέρες πολλές μετά, ξαναβρήκε το βαλτωμένο νερό.

Γονάτισε, μες τη χαρά, στις όχθες του και εκείνο άρχισε να της λέει πόσο άβολα ένιωθε στη νέα του κοίτη. Δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα η νια που ‘χε ξαναγίνει γριά: πήρε στη χούφτα της νερό και περπάτησε μέρες μέχρι που έφτασε στην παλιά, ήσυχη κοίτη. Άφησε εκεί το νερό και γύρισε πίσω να πάρει και άλλο μες τις χούφτες της. Μέρες και βδομάδες συνέχιζε να πηγαινοέρχεται, χωρίς σταματημό, μέχρις που κουβάλησε πίσω όλο το νερό. Και τότε, αποκαμωμένη πια, έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε στον ποταμό. Και εκείνος, την αγκάλιασε, τη χάιδεψε και την έπλυνε από το χώμα και τη σκόνη που ‘χε γεμίσει όσο το μετέφερε. Και κάθε σταγόνα που ‘πεφτε πάνω της, της έπαιρνε και από μια ρυτίδα μέχρι που την ξανάνιωσε πιο πολύ και από πριν.
Οι παλιοί που ξέρουνε, λένε ότι ο ποταμός και η νιά που υπήρξε γριά, ζήσανε αγαπημένοι χρόνια πολλά -και ακόμη ζούνε, μαζί.

25/02/2010

>Ο νερουλάς και το πιθάρι

Filed under: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ, ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 18:44

>Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, σ’ένα πολύ μικρό χωριουδάκι, ένας άντρας, που δούλευε σαν νερουλάς. Εκείνα τα χρόνια, το νερό δεν έβγαινε από τις βρύσες, αλλά βρισκόταν στον πάτο τρίσβαθων πηγαδιών ή έρεε άφθονο στα ποτάμια. Καθώς δεν υπήρχαν ανοιγμένα πηγάδια κοντά στο χωριό, όποιος δεν ήθελε να πάει ο ίδιος να βρει νερό, έπρεπε να το αγοράσει από κάποιον από τους νερουλάδες που πηγαινοερχόταν με μεγάλα πιθάρια γεμάτα με το πολύτιμο νερό.

Ένα πρωί, ένα από τα πιθάρια ράγισε κι άρχισε να χάνει νερό στη διαδρομή. Μόλις έφτασε στο χωριό, οι αγοραστές πλήρωσαν τα συνηθισμένα δέκα νομίσματα για το δεξί πιθάρι, αλλά μόνο πέντε για το περιεχόμενο του άλλου που έφτανε μόλις στη μέση.

Η αγορά ενός καινούργιο πιθαριού ήταν υπερβολικά ακριβή για τον νερουλά. Έτσι, αποφάσισε πως έπρεπε να επιταχύνει το βήμα του, για να αντισταθμίσει τη διαφορά στα λεφτά που έβγαζε.

Επί δύο χρόνια, ο άνθρωπος συνέχιζε να πηγαινοέρχεται με σταθερό βήμα. Έφερνε νερό στο χωριό κι έπαιρνε τα δεκαπέντε νομίσματά του σαν πληρωμή για ενάμισι πιθάρι νερό.

Ένα βράδυ, ξύπνησε από ένα «τσιστ» στο δωμάτιό του :
– «Τσισσστ … Τσισσστ …»
– «Ποιος είναι εκεί;»
ρώτησε ο άνθρωπος.
– «Εγώ είμαι» είπε μια φωνή που έβγαινε από το ραγισμένο πιθάρι.
– «Γιατί με ξυπνάς τέτοια ώρα;»
– «Υποθέτω πως, αν σου μίλαγα κάτω από το φως της μέρας, η τρομάρα δεν θα σ’ άφηνε να μ’ ακούσεις. Κι έχω ανάγκη να μ’ ακούσεις».
– «Τι θέλεις;»
– «Θέλω να σου ζητήσω να με συγχωρέσεις. Δεν φταίω εγώ για τη ρωγμή απ΄ όπου στάζει το νερό, αλλά ξέρω πόσο κακό σου έκανα. Κάθε μέρα, όταν φτάνεις στο χωριό κουρασμένος και παίρνει και παίρνεις για το περιεχόμενό μου τα μισά λεφτά απ΄όσα παίρνεις για την αδελφή μου, μου έρχεται να βάλω τα κλάματα. Εγώ ξέρω πως έπρεπε να με είχες αντικαταστήσει μ΄ένα καινούργιο πιθάρι και να με είχες ξεφορτωθεί, και ωστόσο με κράτησες πλάι σου. Θέλω να σε ευχαριστήσω και να σου ζητήσω για άλλη μια φορά συγνώμη».
«Είναι αστείο που μου ζητάς συγνώμη»
είπε ο νερουλάς. «Αύριο, νωρίς νωρίς, θα βγούμε μαζί εσύ κι εγώ. Θέλω να σου δείξω κάτι».
Ο νερουλάς συνέχισε τον ύπνο του μέχρι την αυγή. Όταν ο ήλιος φάνηκε στον ορίζοντα, πήρε το ραγισμένο πιθάρι και πήγε μαζί του στο ποτάμι.
«Κοίτα» είπε μόλις έφτασαν, δείχνοντας την πόλη. «Τι βλέπεις;».
«Την πόλη» είπε το πιθάρι.
«Τι άλλο;» ρώτησε ο άντρας.
«Δεν ξέρω … Το δρόμο» απάντησε το πιθάρι.
«Ακριβώς. Κοίτα τις δύο άκρες του μονοπατιού. Τι βλέπεις;».
– «Βλέπω την ξερή γη και τις πέτρες στη δεξιά μεριά του δρόμου και τα λουλούδια στην αριστερή μεριά»
είπε το πιθάρι, που δεν καταλάβαινε τι ήθελε να του δείξει ο ιδιοκτήτης του.
«Για πολλά χρόνια έχω διανύσει αυτό το θλιμμένο και μοναχικό δρόμο κουβαλώντας νερό μέχρι το χωριό και παίρνοντας την ίδια ποσότητα χρημάτων και για τα δύο πιθάρια … Αλλά μια μέρα πρόσεξα πως είχες ραγίσει κι έχανες νερό. Δεν μπορούσα να σε αλλάξω, κι έτσι πήρα ια απόφαση : αγόρασα σπόρους λουλουδιών όλων των χρωμάτων και τους φύτεψα στις άκρες του μονοπατιού. Σε κάθε διαδρομή που έκανα, το νερό που έσταζε πότιζε την αριστερή μεριά του μονοπατιού και, σε αυτά τα δύο χρόνια, κατάφερες να κάνεις αυτή τη διαφορά». Ο νερουλάς έκανε μια παύση και χαϊδεύοντας το πιστό του πιθάρι, του είπε : «Κι εσύ μου ζητάς συγνώμη; Τι σημασία έχουν μερικά νομίσματα λιγότερα, αν χάρη σ΄ εσένα και τη ρωγμή σου τα λουλούδια του δρόμου κάνουν πιο χαρούμενη τη διαδρομή μου; Εγώ είμαι αυτός που πρέπει να ευγνωμονεί το ελάττωμά σου».

Παραμύθι από τη Χιλή

16/02/2010

>Το ουρλιαχτό …

Filed under: ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 20:27

>Σε μια άκρη ενός βουνού ζούσε ένας μοναχικός λύκος, είχε φύγει από την αγέλη του γιατί δεν μπορούσε να υποταχθεί στους κανόνες της. Κάθε βράδυ περιπλανιόταν στο άγριο δάσος με έναν πάντα ίδιο προορισμό, την κορυφή ενός γκρεμού. Καθόταν με τις ώρες εκεί και χάζευε την πόλη,δεν τον ένοιαζε που δεν μπορούσε να πάει εκεί αλλά του άρεσε να βλέπει τα φώτα της όπως και το φεγγάρι της όμορφης νύχτας. Όμως κάποιες στιγμές ήταν πολύ λυπημένος επειδή ήταν μόνος του, βεβαία ήταν επιλογή του αλλά δεν έπαυε να τον πονάει αυτό, έτσι κάθε φορά πριν την επιστροφή του, σήκωνε το κεφάλι και άφηνε ένα βαθύ ουρλιαχτό, μέσα του έλπιζε κάποιος να ακούσει τον πόνο του και να τον καταλάβει. Μια μέρα, μια από αυτές τις ίδιες καθημερινές του μέρες, έβρεχε πολύ δυνατά αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε να πάει πάλι να αφήσει το ουρλιαχτό του στο συνηθισμένο σημείο. Φτάνοντας εκεί με το τρίχωμα του μουσκεμένο αλλά την ψυχή του ξεπλυμένη από όλα που τον προβλημάτιζαν είδε κάτω στο χώμα ένα ματωμένο περιστέρι … αμέσως παρατήρησε πως ήταν πληγωμένο διότι ήταν ολόλευκο και το αίμα φαινόταν καθαρά στο κάτασπρο σώμα του … το πήρε αμέσως στα χέρια του, ήταν έτοιμο να ξεψυχήσει … ο λύκος έτρεξε γρήγορα πίσω στο σπίτι του ξεχνώντας να αφήσει σήμερα το ουρλιαχτό του, μαζί είχε και το ματωμένο περιστέρι. Το περιποιήθηκε αλλά η αρρώστια του ήταν βαριά και το περιστέρι δεν γινόταν καλά έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες χωρίς ο λύκος να πηγαίνει στο συνηθισμένο του μέρος. Μετά από λίγο καιρό το περιστέρι άρχισε να αναρρώνει και άρχισαν να μιλάνε για τα δικά τους. Τους άρεσε να μιλάνε άρχισαν να βρίσκουν και κοινά σημεία στις ζωές τους γιατί και το άσπρο περιστέρι είχε φύγει από την ομάδα των πουλιών όπου ζούσε και γυρνούσε περιπλανώμενο και μόνο. Τη μέρα ο λύκος έφευγε να βρει φαγητό και το βράδυ γυρνούσε και έλεγε πως πέρασε και τι είδε στο περιστέρι…
Ήρθε όμως ο καιρός που έγινε τελείως καλά και όπως ήταν
φυσικό ήθελε να πετάξει ξανά … όμως φοβόταν … ο λύκος υποσχέθηκε να το βοηθήσει και έτσι άρχισαν να πηγαίνουν μαζί στο ίδιο μέρος που είχαν βρεθεί την πρώτη φορά και το περιστέρι με το θάρρος που του έδινε ο λύκος άρχισε σιγά σιγά να πετάει στον ουρανό … το έβλεπε να πετάει και το καμάρωνε για την ομορφιά της ψυχής του και ένιωθε τυχερός που το συνάντησε έστω και με αυτό τον τρόπο … Μια νύχτα πήγαν πάλι στον γκρεμό , τότε το περιστέρι άρχισε να λέει στο λύκο ότι τα περισσότερα ζώα και πτηνά δεν τον συμπαθούν, ο λύκος ένιωσε θυμό γι’αυτό τον ρατσισμό που υπήρχε και πίστεψε μέσα του πως και το δικό του περιστέρι έχει την ίδια άποψη … ούρλιαξε μετά από καιρό αγριεμένος και έφυγε αφήνοντας πίσω του το περιστέρι … ήταν η χειρότερη νύχτα της ζωής του η νύχτα που ένιωσε ξανά μόνος … πόσο απαραίτητο του είχε γίνει … η λογική του έλεγε πως πρέπει να το αφήσει να πετάξει ξανά και να φύγει αλλά η καρδιά του αποζητούσε ξανά την όμορφη παρέα του … έτσι ξημέρωσε … ο λύκος δεν έχασε στιγμή και κίνησε προς τον γκρεμό … έκπληκτος συνάντησε το περιστέρι στην ίδια θέση που το άφησε εχθές αλλά παγωμένο … δεν πήγε πουθενά την νύχτα για να προστατευτεί από την παγωνιά … ο λύκος το αγκάλιασε και του είπε πόσο απαραίτητο άθελα του του είχε γίνει … αποφάσισαν να ζήσουν μαζί αψηφώντας τους νόμους και τους κανόνες της φύσης … προσπερνώντας της δυσκολίες που τους χώριζαν … είχαν κάτι πιο πολύτιμο από αυτά … την αγάπη τους…
O λύκος ούρλιαξε, αλλά πρώτη φορά από χαρά…

Αναδημοσίευση από http://www.inmusiclost.blogspot.com/2010/02/blog-post_15.html

10/02/2010

>Η γοητεία των παραμυθιών

Filed under: ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 18:42

>Ο Δρ Μπετελχάιμ έγραψε το βιβλίο αυτό για να βοηθήσει τους ενήλικες να κατανοήσουν την αναντικατάστατη σημασία των παραμυθιών. Αποκαλύπτοντας το αληθινό περιεχόμενό τους, δείχνει τον τρόπο που μπορούν να φανούν χρήσιμες για τα παιδιά οι ιστορίες αυτές και να βγάλει από τις δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις τους, τις αγωνίες τους και τους φόβους τους για τον εξωτερικό κόσμο που τα περιβάλλει. Επιλέγοντας τα πιο γνωστά παραμύθια, ο διάσημος αμερικανός παιδοψυχολόγος, φανερώνει τους μηχανισμούς που λειτουργούν, συνειδητά ή υποσυνείδητα, για να στηρίξουν και ν’ απελευθερώσουν τελικά το παιδί.

>Η θεραπευτική αξία των παραμυθιών

Filed under: ΑΡΘΡΑ, ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ, ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 13:39

>Ετυμολογικά, το παραμύθι σημαίνει «αυτό που είναι πλησίον ενός μύθου». Ο Φρόιντ έλεγε ότι οι μύθοι είναι όνειρα που αντανακλούν τη λειτουργία του ασυνείδητου. Η μαγεία των παραμυθιών έγκειται στη δύναμή τους να αποτυπώνουν με τη χρήση πολλαπλών συμβόλων θεματολογίες όπως:
* διαχρονικές υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου (το δίπολο ζωής και θανάτου),
* κοινωνικές αντιφάσεις (αδικία/ δικαίωση),
* ηθικές έννοιες (καλό/ κακό),
* αγωνίες που σχετίζονται με το πέρασμα του χρόνου (ωρίμαση, ευθύνες, αναπόφευκτες απώλειες),
* ενδοψυχικές συγκρούσεις
* πηγαία άγχη του ανθρώπου (αυτονομία/ εξάρτηση, φόβοι, αδιέξοδα).

Μπορούν να εκφράζουν απλά και αβίαστα την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχισμού, δίχως να υπόκεινται στον έλεγχο και τον περιορισμό μίας λογικής πραγματικότητας. Ο συμβολικός αυτός λόγος της αφήγησης των παραμυθιών, λειτουργεί προστατευτικά και θεραπευτικά στο μικρό παιδί και όχι μόνο, παρέχοντάς του μία σειρά από σημαντικά οφέλη όπως είναι:
– Η εξοικείωση με πολύπλοκες έννοιες (π.χ. το κακό, η βία) μέσα από μία κατανοητή ιστορία- έννοιες που δύσκολα ένα παιδί μπορεί αλλιώς να ενσωματώσει.
– Η επεξεργασία ηθικών αξιών, όπως π.χ. ότι η αλήθεια είναι πιο δυνατή από το ψέμα.
Οι ιστορίες των παραμυθιών ενισχύουν στο παιδί την κριτική του σκέψη. Το παιδί μπορεί και συνομιλεί προσωπικά με την αφήγηση, ερμηνεύει τους συμβολισμούς και χτίζει τα δικά του μηνύματα και στάσεις ως προς τις έννοιες της αδικίας, της βίας, της εγκατάλειψης ή της μοναξιάς.
Το παραμύθι αποτελεί ένα ερέθισμα για να προβάλλει πάνω του το παιδί, τα δικά του αναπάντητα ερωτηματικά ή αγωνίες, στις οποίες ο γονιός απαντά και ανακουφίζει.
Το παιδί μαθαίνει να διαχωρίζει το αληθινό από το φανταστικό, να επεξεργάζεται τη γλώσσα των συμβόλων, να εξερευνά τα μηνύματα που κρύβονται πίσω από το ορατό ή το αυτονόητο (π.χ. στην «Κοκκινοσκουφίτσα» ο λύκος θεωρητικά συμβολίζει τις επιθετικές/ ζωικές ενορμήσεις του ανθρώπου, το κόκκινο χρώμα τη σεξουαλικότητα, ενώ στην πλοκή εγείρεται η σημασία της εμπιστοσύνης και οι δυσκολίες που συνδέονται με την κατάκτησή της).
Σύμφωνα με τον παιδοψυχολόγο Μπρούνο Μπέτελχαϊμ (Bruno Bettelheim 1903–1990), τα παραμύθια βγάζουν το παιδί από δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις.
Εκείνο αρχίζει να επεξεργάζεται τι νιώθει, τι το φοβίζει, αλλά ανακαλύπτει και τρόπους υπέρβασης των συναισθημάτων του μέσα από την ταύτισή του με τον ήρωα ή από την κατανόηση της επίλυσης των εμποδίων μέσα στην ιστορία, η οποία συνήθως έχει και αίσιο τέλος, προσφέροντάς του την ασφάλεια και την ελπίδα που τόσο πολύ έχει ανάγκη.

Αναδημοσίευση από το http://www.ygeia.tanea.gr

02/01/2010

>Ο Βραχμάνος, η τίγρη και το τσακάλι

Filed under: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ — ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ @ 08:58

>Καθώς εφέτος είναι η χρονιά της Τίγρης για το Κινέζικο Ημερολόγιο θυμήθηκα ένα σχετικό ινδικό παραμύθι…
Μια φορά κι ένα καιρό, ένας Βραχμάνος κίνησε να πάει σ’ ένα προσκύνημα. Στο δρόμο του, είδε μια τίγρη κλειδωμένη μέσα σ’ ένα κλουβί να ξαπλώνει νωχελικά. Βλέποντας το καημένο το θηρίο το λυπήθηκε, που ήταν αιχμάλωτο. Αλλά μετά, σκεφτόμενος τι μεγάλο κίνδυνο θα αποτελούσαν τα άγρια ζώα αν δεν ήατν φυλακισμένα, αποφάσισε να συνεχίσει την πορεία του.
“Ω Βραχμάνε, ω ευγενή Βραχμάνε,” τον κάλεσε η τίγρη, που είχε διακρίνει τη συμπάθεια στο βλέμμα του άγιου περιπλανητή, “λυπήσου με. Ελευθέρωσέ με προτού φύγεις. Είμαι διψασμένη και θέλω να πάω σ’ εκείνο το ρυάκι να πιω νερό.”
“Δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη,” είπε ο Βραχμανός, κατευθύνοντας τα βήματά του πίσω στο κλουβί. “Όχι, δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη, επειδή θα με έτρωγες προτού να πας για να πιεις νερό στο ρυάκι. Όχι, φοβάμαι…”
“Ω άγιε βασιλιά, ω αληθινά αφοσιωμένε πατέρα,” ικέτευσε η τίγρη με δάκρυα στα μάτια, “σε παρακαλώ, λυπήσου με. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πολύ, δείξε οίκτο για μένα. Δε θα μπορούσα να είμαι τόσο αγνώμων ώστε να σε φάω ως αντάλλαγμα για την καλοσύνη σου. Ω, πως μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο;”
Ο Βραχμάνος συγκινήθηκε πολύ από την ικεσία της τίγρης, και έτσι ξεκλειδώνοντας την πόρτα την άφησε ελεύθερη. Μετά, βιάστηκε να συνεχίσει το δρόμο του μια και η τίγρη τον είχε ήδη καθυστερήσει. Αλλά, προς μεγάλη του κατάπληξη, εκείνη πετάχτηκε μπροστά του και, κόβωντάς του το δρόμο, φώναξε:
“Μείνε, ω παντογνώστη, μείνε. Είχες υποψίες και φοβόσουνα ότι θα μπορούσα να σε φάω αν με άφηνες έξω από το κλουβί. Μ’ αυτό τον τρόπο, όμως, έβαλες την ιδέα της τροφής στο κεφάλι μου. Έτσι, θα σε φάω και θα ικανοποιήσω την πείνα μου, προτού πάω για να σβήσω τη δίψα μου. Οι γιατροί λένε ότι δεν είναι καλό να πίνεις με άδειο στομάχι.”
“Ω, μα υποσχέθηκες ότι δε θα μου έκανες κακό να σε ελευθέρωνα από το κλουβί!” είπε ο Βραχμάνος τρέμοντας από φόβο. “Είσαι ένα αχάριστο κάθαρμα;”
“Είτε υποσχέθηκα είτε όχι,” απάντησε η τίγρη με μια αινιγματική έκφραση στο πρόσωπο, “είμαι πεινασμένη, και πρέπει να σε φάω. Εξάλλου, δεν μπορώ να αγνοήσω τη συμβουλή του γιατρού και να πάω να πιω με άδειο στομάχι.”
Ο καημένος ο Βραχμάνος τώρα, στεκόταν τρέμοντας, ανίκανος να αρθρώσει λέξη, ενώ η τίγρης, ανυπόμονη για το κολατσιό της, τον πλησίασε με μικρά πηδηματάκια. Τότε ο Βραχμάνος σκέφτηκε ότι καλό θα ήταν να προσπαθήσει να εξασφαλίσει ακόμη λίγο χρόνο για τη ζωή του από τον εχθρό, αν αυτό ήταν δυνατόν.
“Άκουσε, φίλη μου,” είπε στην τίγρη, ευγενικά αλλά με σταθερή φωνή. “Βρισκόσουνα σε άμεσο και συνεχή πόνο κλειδωμένη σ’ εκείνο το κελί. Σε ελευθέρωσα επειδή μου υποσχέθηκες ότι δε θα μου έκανες κακό, όταν θα ήσουν λεύτερη. Αλλά τώρα, θες να με φας. Ας ζητήσουμε από πέντε δικαστές να μας πούνε αν είναι δίκαιο το να με φας.”
“Πολύ καλά,” συμφώνησε η τίγρη απρόθυμα, και συνόδευσε το Βραχμάνο προς το μέρος όπου στεκόταν ένα δέντρο Ινδοσυκής, μελαγχολικό και με γένια, σα δικαστής.
“Ω σοφό γέρικο δέντρο, άκουσε και κρίνε,” παρακάλεσε ο Βραχμανός με ενωμένα τα χέρια, γονατισμένος μπροστά του.
“Μπες στο θέμα,” είπε το δέντρο με γεροντική αξιοπρέπεια.
“Αυτή η τίγρη,” είπε ο Βραχμάνος, “ήταν κλεισμένη σ’ ένα κλουβί. Με είδε καθώς περνούσα και με ικέτευσε να την απελευθερώσω μια και διψούσε και ήθελε να πάει σ’ ένα κοντινό ρυάκι και να πιει νερό. Φοβόμουν ότι θα με σκότωνε αν άνοιγα την πόρτα του κλουβιού. Αλλά ορκίστηκε ότι δε θα της περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό να με σκοτώσει. Έτσι την άφησα ελεύθερη, και τώρα θέλει να με φάει. Πες μου, ω σοφό, είναι δίκαιο να το κάνει αυτό;”
“Οι άνθρωποι έρχονται συχνά για να ξαποστάσουν κάτω από τη δροσερή σκιά των πράσινων κλαδιών μου,” είπε το δέντρο, “αλλά το χειμώνα, επειδή δεν χρειάζονται την προστασία μου κόβουν τα κλαδιά μου και καίνε τη φυλλωσιά μου σαν καύσιμο στις φωτιές τους. Ας αφήσουμε την τίγρη να φάει τον άνθρωπο, αφού το ανθρώπινο είδος πάσχει από κακοήθεια κι αγνωμοσύνη.”
“Ω σοφέ δικαστή, αληθή τα λόγια σου!” αναφώνησε η τίγρη και πήδηξε προς το μέρος του Βραχμάνου, λέγοντας: “Λοιπόν, σοφέ, η σάρκα σου μυρίζει ωραία!”
“Περίμενε, περίμενε, φίλε μου, υπάρχουν ακόμη τέσσερις δικαστές που πρέπει να συμβουλευτούμε ακόμη”, είπε ο Βραχμάνος. Και απευθύνθηκε στο περιστέρι που είχε τη φωλιά του στο άλσος:
“Ω ευγενικό και τρυφερό περιστέρι, άκουσε και κρίνε.”
“Μπες στο θέμα,” είπε το περιστέρι αγαπησιάρικα.
Ο Βραχμάνος του αφηγήθηκε την ιστορία πως η τίγρη ικέτευσε να αφεθεί ελεύθερη και υποσχέθηκε να μην του κάνει κακό, αλλά να που τώρα ήθελε να τον φάει.
“Οι άνθρωποι αγαπούν το πυρόξανθο χρώμα της φυλής μου,” είπε το περιστέρι, “και θαυμάζουν τη μουσική μας. Αλλά, κάθε φορά που μας βλέπουν μας πετάνε πέτρες ή απλώνουν δίχτυα για να μας πιάσουν. Οι άνθρωποι είναι στ’ αλήθεια τα πιο αγνώμονα όντα στη γη, ενώ τα ζώα είναι ευγενή. Ας αφήσουμε τους ευγενείς να επικρατήσουν.”
“Λοιπόν;” ρώτησε η τίγρη, θριαμβευτικά.
“Έλα, ας πάμε να ρωτήσουμε τη γνώμη εκείνου του βοδιού,” είπε ο Βραχμάνος σκεφτόμενος ότι το οικόσιτο ζώο θα μπορούσε να εκφέρει γνώμη υπέρ του. Η τίγρη τον ακολούθησε, περήφανη για την ευγένεια που της είχε αποδώσει το περιστέρι.
“Ω ιερό βόδι! Ω άγιε σύντροφε της άγιάς μας αγελάδας! Άκουσέ με και απόδωσε σε μένα την πιο λελογισμένη σου κρίση,” είπε ο Βραχμάνος πλησιάζοντας το μοσχάρι. “Ήμουνα στο δρόμο καθ’ οδόν για ένα προσκύνημα όταν συνάντησα αυτή την τίγρη, κλεισμένη σ’ ένα κλουβί. Με ικέτευσε να την απελευθερώσω γιατί όπως είπε διψούσε. Φοβόμουνα ότι θα μπορούσε να με σκοτώσει, αλλά με διαβεβαίωσε ότι αν την άφηνα ελεύθερη θα ήμουν ασφαλής. Έτσι, άνοιξα το κλουβί. Αλλά, όπως ξεκίνησα για να συνεχίσω το ταξίδι μου, ήρθε και μου είπε ότι πρέπει να με φάει προτού σβήσει τη δίψα της.”
“Με τιμάς αποκαλώντας με άγιο και ιερό,” είπε το βόδι. “Αλλά, το κάνεις αυτό την ώρα της ανάγκης σου. Αυτόι είναι οι τρόποι της φυλής σου. Όταν ήμουνα νέο και δυνατό και δούλευα για τον αδελφό σου τον αγρότη, με τάιζε και με αντιμετώπιζε με φροντίδα. Τώρα που είμαι γέρικο και ανίκανο, με εγκατέλειψε στην ερημιά για να συντηρήσω μονάχο τον εαυτό μου όσο καλύτερα μπορώ. Γι’ αυτό νιώθω, ότι αν οι άνθρωποι είναι αγνώμονες, τα ζώα θα έπρεπε να τους πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα.”
“Πεινάω για τη σάρκα σου, ω σοφέ. Πεινάω!” κραύγασε η τίγρη τρέχοντας προς το μέρος του Βραχμάνου.
“Περίμενε, περίμενε, υπάρχουν ακόμη δύο δικαστές με τους οποίους πρέπει να μιλήσουμε,” είπε ο Βραχμάνος, αν και δεν έλπιζε ότι θα βρισκόταν κανείς για να αναγνωρίσει την αξία της πράξης του. “Να ο δρόμος. Άσε με να ζητήσω τη γνώμη του.” Κι έτσι αφηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία στο δρόμο.
“Καλέ μου άνθρωπε,” του απάντησε αυτός, “πως μπορείς να περιμένεις από μένα να αποδώσω δικαιοσύνη; Κοίταξέ με. Είμαι χρήσιμος σε όλους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους, ζώα και πουλιά. Αν και όλοι με ποδοπατάνε δε μου δίνουν τίποτα άλλο από στάχτες και τα σκουπίδια τους, και μόνο φλούδια από σπόρια για να φάω.”
Ο Βραχμάνος βούλιαξε στην απελπισία. Παρ’ όλα αυτά μια ισχνή ελπίδα γεννήθηκε μέσα του, όταν είδε το τσακάλι να έρχεται προς το μέρος τους. Αυτό, ίσως, να τον υποστήριζε.
“Ω, Θείε μου Τσακάλι, άκουσέ με και απόδωσε δικαιοσύνη!” ικέτευσε.
“Πες μου ολόκληρη την ιστορία από την αρχή μέχρι το τέλος,” είπε το τσακάλι.
Ο Βραχμάνος αφηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν με κάθε λεπτομέρεια.
“Ω, πόσο ηλίθιο εκ μέρους μου, αλλά μου διέφυγε η ουσία ολόκληρης της ιστορίας. Θα μπορούσες σε παρακαλώ να μου την αφηγηθείς ξανά απ’ την αρχή;”
Ο Βραχμάνος είπε ξανά την ιστορία.
“Είναι πολύ παράξενο,” είπε το τσακάλι κουνώντας το κεφάλι του, “όλα φαίνονται να μπαίνουν απ’ το ένα αυτί και να βγαίνουν απ’ το άλλο. Τώρα, για να δούμε ακριβώς πως έγιναν τα γεγονότα. Εσύ, αγαπητέ Βραχμάνε, ήσουνα, νομίζω, μέσα στο κλουβί και η τίγρη περνούσε…”
“Όχι, όχι” διέκοψε η τίγρη, “είσαι ηλίθιο! Εγώ ήμουνα στο κλουβί.”
“Και βέβαια!” αναφώνησε το τσακάλι υποκρινόμενο το ηλίθιο. “Ναι! Εγώ ήμουνα στο κλουβί -ω, όχι δεν ήμουνα- ωιμέ, ωιμέ! Τι έπαθε το μυαλό μου; Για να δω, το κλουβί ήταν μέσα στην τίγρη και ο Βραχμάνος περνούσε -όχι, όχι, πάλι δεν τα λέω σωστά… Λοιπόν αγαπητοί μου φίλοι, συνεχίστε το δρόμο σας και ρωτήστε κάποιον άλλο, γιατί εγώ αποκλείεται να καταλάβω τι μου λέτε!”
“Θα καταλάβεις!” φώναξε η τίγρη εξαγριωμένη από την ηλιθιότητα του τσακαλιού. “Θα σε αναγκάσω να καταλάβεις!”
“Κοίτα εδώ. Είμαι η τίγρη.”
“Ναι,” είπε το τσακάλι.
“Κι αυτός είναι ο Βραχμάνος.”
“Ναι,” συμφώνησε το τσακάλι.
“Και αυτό είναι το κλουβί. Κι εγώ ήμουνα μέσα στο κλουβί. Κατάλαβες;”
“Ναι, όχι. Δηλαδή θα ήθελα να μπορούσα να το δω πιο ξεκάθαρα.”
“Είσαι ηλίθιο! Απόλυτα ηλίθιο!” κραύγασε η τίγρη.
“Ναι, ίσως και να είμαι,” είπε το τσακάλι. “Αλλά θα ήθελα να ήξερα πως μπήκες στο κλουβί!”
“Πως; Ε, μα με το συνηθισμένο τρόπο, βέβαια, βρε βλάκα!” Λέγοντας αυτό πήδηξε μέσα στο κλουβί και φώναξε: “Μ’ αυτό τον τρόπο. Τώρα καταλαβαίνεις;”
“Απόλυτα!” διαβεβαίωσε το τσακάλι. Και τότε, κινούμενο γρήγορα, έκλεισε την πόρτα, φυλακίζοντας μέσα την τίγρη. Ο Βραχμάνος ευχαρίστησε το τσακάλι για τη βοήθεια και συνέχισε το δρόμο του..

Αναδημοσίευση από το http://www.elogos.gr

Blog στο WordPress.com.